Τα μοσχάρια γεννιούνται χωρίς μητρικά αντισώματα και εξαρτώνται πλήρως από το πρωτόγαλα για να αποκτήσουν παθητική ανοσία, η οποία τα προστατεύει από τα κύρια παθογόνα στα οποία εκτίθενται. Η ανεπαρκής μεταφορά της παθητικής ανοσίας θέτει το μοσχάρι σε κίνδυνο να αναπτύξει πολυάριθμες νεογνικές ασθένειες, όπως η νεογνική διάρροια και η αναπνευστική νόσος των βοοειδών.
Επιπλέον, η ανάπτυξη και η μελλοντική παραγωγικότητα των μοσχαριών, που προσβάλλονται από οποιαδήποτε νεογνική νόσο, ενδέχεται επίσης να υποβαθμιστούν. Για όλους αυτούς τους λόγους, η εξασφάλιση υψηλής ποιότητας φροντίδας των μοσχαριών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της συνολικής υγείας και της μακροπρόθεσμης παραγωγικότητας της εκτροφής.
Σε αυτό το άρθρο θα δούμε ποιες είναι οι προκλήσεις της νεογνικής περιόδου των μόσχων και σε ποια σημεία πρέπει να δώσουμε έμφαση για να τις περάσουμε με επιτυχία.
Υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της αποτελεσματικότητας της απορρόφησης του πρωτογάλακτος και της μετέπειτα υγείας, ανάπτυξης και συνολικής ανθεκτικότητας του μοσχαριού(1).
Πρόσφατες συστάσεις υποδεικνύουν ότι απαιτείται ελάχιστη συγκέντρωση IgG στον ορό 25 g/L για να χαρακτηριστεί η παθητική μεταφορά ως επαρκής σε νεογέννητα μοσχάρια (1,2). Για να επιτευχθεί αυτό το επίπεδο, δεδομένου ότι τα μοσχάρια απορροφούν κατά μέσο όρο το 30% της IgG που προσλαμβάνουν κατά τις πρώτες ώρες της ζωής τους (3), ένα νεογέννητο μοσχάρι πρέπει να καταναλώσει περίπου 200 έως 300 γραμμάρια ανοσοσφαιρίνης G (IgG) εντός των πρώτων 24 ωρών της ζωής του.
Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ένα μοσχάρι πρέπει να καταναλώσει 3 έως 4,5 L υψηλής ποιότητας πρωτόγαλα με συγκέντρωση 70 IgG/L. Αυτό απαιτεί την ταχεία πρόσληψη επαρκούς ποσότητας καθαρού, υψηλής ποιότητας πρωτογάλακτος, ενώ παράλληλα πρέπει να αξιολογείται το αποτέλεσμα για να διασφαλιστεί ότι η χορήγηση πρωτογάλακτος ήταν επιτυχής.
Παρά τις σημαντικές προσπάθειες, το 5,8 έως 34,5% των μοσχαριών κρεατοπαραγωγής (4) και το 4,8 έως 64,5% των μοσχαριών γαλακτοπαραγωγής και μοσχαριών πάχυνσης (5) εξακολουθούν να παρουσιάζουν ανεπαρκή μεταφορά παθητικής ανοσίας.
Μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί πολυάριθμοι παράγοντες κινδύνου, όπως το φύλο του μοσχαριού, η διδυμία, η ζωτικότητα του μοσχαριού, το βάρος γέννησης, ο μήνας γέννησης, η βαθμολογία του Δείκτη Θρεπτικής Κατάστασης της μητέρας και η διάπλαση του μαστού, η φυλή, ο αριθμός τοκετών, η γενετική, ο προγεννητικός εμβολιασμός και η διατροφή, η διάρκεια της ξηράς περιόδου, η ποσότητα του παραγόμενου πρωτογάλακτος, ο χώρος τοκετού και η δυστοκία, καθώς και οι περίοδοι με αυξημένη συγκέντρωση τοκετών.
Η αποτυχία της μεταφοράς παθητικής ανοσίας παραμένει ένας από τους κύριους παράγοντες που συμβάλλουν στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα των νεαρών μοσχαριών, αυξάνοντας σημαντικά την ευαισθησία τους σε ασθένειες του αναπνευστικού και του γαστρεντερικού.
Η νεογνική διάρροια είναι η συχνότερη και πιο πρώιμη λοίμωξη που εμφανίζεται στα μοσχάρια μετά την πρώτη ημέρα. Αποτελεί επίσης την πρώτη αιτία θνησιμότητας κατά τον πρώτο μήνα της ζωής τους (6).
Η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου είναι μεγαλύτερη μεταξύ της 10ης και της 15ης ημέρας ζωής, αλλά παραμένει αρκετά υψηλή μέχρι περίπου την 40ή ημέρα ζωής(7).
Στα κύρια παθογόνα περιλαμβάνεται ένα ευρύ φάσμα ιών, βακτηρίων και παρασίτων, καθένα από τα οποία μπορεί να προκαλέσει νόσο είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλα. Αυτά τα παθογόνα, τα οποία είναι ευρέως διαδομένα στο περιβάλλον των νεογνών και συχνά αποβάλλονται από μεγαλύτερα, ασυμπτωματικά ζώα, συχνά αποικίζουν το έντερο του νεογνού κατά τις πρώτες ημέρες της ζωής του. Εκτός από αυτά τα παθογόνα, τα ανθυγιεινά συστήματα εκτροφής, η υψηλή πυκνότητα πληθυσμού, ο υπερπληθυσμός στον χώρο τοκετού και η αποτυχία της επαρκούς μεταφοράς παθητικής ανοσίας αποτελούν σημαντικούς προδιαθεσιακούς παράγοντες.
Μεταξύ 20% και 40% των μοσχαριών εξακολουθούν να προσβάλλονται από νεογνική διάρροια(8). Το εντεροτοξινογόνο βακτήριο E. coli (ETEC, F5/K99) προσβάλλει τα μοσχάρια κυρίως κατά τις πρώτες 4 ημέρες της ζωής τους και αποτελεί ένα από τα πιο συχνά παθογόνα της πρώιμης ζωής. Ο ροταϊός και ο κοροναϊός είναι οι κύριες ιογενείς αιτίες της νεογνικής διάρροιας κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής. Οι λοιμώξεις από κρυπτοσπορίδια κορυφώνονται μεταξύ της 1ης και της 3ης εβδομάδας ζωής. Η διενέργεια διαγνωστικών εξετάσεων είναι ζωτικής σημασίας για τη διάκριση μεταξύ αυτών των λοιμώξεων, καθώς οι μεικτές λοιμώξεις είναι συχνές (9,10) και τα κλινικά συμπτώματα σπάνια είναι ειδικά. Αυτό επιτρέπει την έγκαιρη και κατάλληλη προσαρμογή της θεραπείας.
Εάν τα προληπτικά μέτρα, όπως ο εμβολιασμός της μητέρας και η επαρκής πρόσληψη πρωτογάλακτος, δεν έχουν εφαρμοστεί ή ήταν ανεπαρκή, καθίστανται απαραίτητες οι συμπτωματικές και αιτιολογικές θεραπείες για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου μακροπρόθεσμων επιπλοκών. Τα μέτρα υγιεινής — όπως ο καθαρισμός των χώρων τοκετού μετά από τον τοκετό κάθε αγελάδας, ο διαχωρισμός του χώρου τοκετού από τους χώρους διαμονής των μοσχαριών και η απολύμανση των ατομικών θαλάμων των μοσχαριών — συμβάλλουν σημαντικά στην επιτυχία τόσο των προληπτικών όσο και των θεραπευτικών στρατηγικών. Επιπλέον, πολλά από αυτά τα παθογόνα είναι υπεύθυνα γιαζωοανθρωπονόσους.
Μετά τη νεογνική περίοδο — κατά την οποία το Cryptosporidium parvum αποτελεί το κυρίαρχο παράσιτο — τα μοσχάρια αρχίζουν να αντιμετωπίζουν μια άλλη ομάδα εντερικών παρασίτων. Αυτά τα τρία είδη αποκτούν ιδιαίτερη σημασία από την ηλικία των 3 εβδομάδων και μετά, ενώ η επίδρασή τους εντείνεται στα μοσχάρια που γεννιούνται το χειμώνα και εκτρέφονται σε υγρά, κακώς αεριζόμενα ή περιβάλλοντα με υπερπληθυσμό. Η Eimeria spp. (κοκκίδια) είναι μια σημαντική αιτία διάρροιας από την ηλικία των 3 εβδομάδων έως και αρκετών μηνών. Η μόλυνση ευδοκιμεί σε υγρασία και υγρή στρωμνή, τα οποία επιτρέπουν στις ωοκύστεις να σπορογονήσουν και να γίνουν μολυσματικές. Το Strongyloides είναι ένα νηματώδες που προσβάλλει τα μηρυκαστικά, με σημαντική επίδραση υπό ανθυγιεινές συνθήκες σταβλισμού. Η υγρασία που παγιδεύεται στην στρωμνή (ειδικά στο πριονίδι ή στο άχυρο) παρέχει ιδανικές συνθήκες για την ταχεία ανάπτυξη μολυσματικών προνυμφών. Το Giardia duodenalis μπορεί επίσης να εμφανιστεί μετά την ηλικία των 3–4 εβδομάδων.
Αυτά τα τρία παράσιτα(11) μπορούν να προκαλέσουν χρόνια πεπτικά προβλήματα και ανεπαρκή αύξηση βάρους, ειδικά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν τα μοσχάρια έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε στεγνά, καθαρά περιβάλλοντα. Τα προσβεβλημένα ζώα συχνά παρουσιάζουν θαμπό τρίχωμα, καθυστερημένη ανάπτυξη και κόπρανα που κυμαίνονται από μαλακά έως σαφώς διαρροϊκά.
Η διάγνωση πραγματοποιείται μέσω ειδικής παρασιτολογικής εξέτασης κοπράνων, ενώ η θεραπεία βασίζεται στη χρήση παρασιτοκτόνων και στην ενίσχυση της ανοσολογικής άμυνας των μοσχαριών, βελτιώνοντας παράλληλα όσο το δυνατόν περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Στην εκτροφή μοσχαριών, η περίοδος αμέσως πριν από τον απογαλακτισμό (συνήθως οι τελευταίες 2–4 εβδομάδες) εξακολουθεί να ενέχει αρκετούς σημαντικούς κινδύνους για την υγεία και τη διαχείριση των ζώων. Η ομαδοποίηση, το στρες, οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας ή ο κακός αερισμός καθιστούν τα μοσχάρια πιο ευάλωτα και μπορούν να προκαλέσουν αναπνευστική νόσο των βοοειδών (Bovine Respiratory Disease), η οποία προκαλείται από ιούς (αναπνευστικός συγκυτιακός ιός των βοοειδών BRSV, ιός παραϊνφλουέντζας 3 PI3, κοροναϊός) και βακτήρια (Mannheimia haemolytica, Pasteurella multocida, Histophilus somni, Mycoplasma bovis). Ο κρύος, υγρός καιρός και η υψηλή πυκνότητα ζώων αυξάνουν το στρες και διευκολύνουν την μετάδοση των αναπνευστικών παθογόνων στο κοπάδι. Η αναπνευστική νόσος των βοοειδών (BRD) εμφανίζεται σε μοσχάρια παγκοσμίως. Η πιθανότητα εμφάνισής της ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή, την εποχή και το σύστημα εκτροφής, κυμαινόμενη από 2% έως 20% σε επίπεδο εκτροφής (12). Η ακριβής εκτίμηση του επιπολασμού είναι δύσκολη λόγω του υψηλού ποσοστού υποκλινικών περιστατικών. Η υπερηχογραφία των πνευμόνων επιτρέπει την έγκαιρη και αξιόπιστη ανίχνευση των αλλοιώσεων της BRD. Επιπλέον, οι αναλύσεις PCR που πραγματοποιούνται σε ρινικά επιχρίσματα, διατραχειακές ή βρογχοκυψελιδικές εκπλύσεις επιτρέπουν την αιτιολογική διάγνωση και διευκολύνουν την εφαρμογή στοχευμένων, ειδικών για τον παθογόνο θεραπειών. Για την πρόληψη αυτών των ασθενειών θα πρέπει να εφαρμοστούν βελτιώσεις στις συνθήκες σταβλισμού, στη διατροφική διαχείριση και στα πρωτόκολλα εμβολιασμού προσαρμοσμένα στα υπάρχοντα παθογόνα.
Πριν από τον απογαλακτισμό, πρέπει να δοθεί έμφαση στα εξής:
1. Godden S.M., Lombard J.E, Woolums A.R.: Colostrum Management for Dairy Calves. Vet Clin North Am Food Anim Pract 2019 Nov;35(3):535-556.
2. Lombard J. et al: Consensus recommendations on calf- and herd-level passive immunity in dairy calves in the United States. J Dairy Sci 2020 Aug;103(8):7611-7624.
3. Halleran J. et al: Short communication: Apparent efficiency of colostral immunoglobulin G absorption in Holstein heifers. J. Dairy Sci. 2017, 100:3282–3286.
4. Abdelfattah, E.; Fausak, E.; Maier, G.: Failure of Passive Immune Transfer in Neonatal Beef Calves: A Scoping Review. Animals 2025, 15, 2072.
5. Male Here R.R. et al: Factors associated with failure of passive transfer of immunity and morbidity in spring-born beef and dairy calves during the first 30 days of life. Front. Vet. Sci. 2026 Sec. Veterinary Epidemiology and Economics Volume 12.
6. Svensson C. et al: Mortality in Swedish Dairy Calves and Replacement Heifers J. Dairy Sci. 2006, 89:4769–4777.
7. Thomson S.: Shedding of Cryptosporidium in calves and dams: evidence of re-infection and shedding of different gp60 subtypes. Parasitology , 2019 , Vol 146 (11) , 1404-1413.
8. Mee J;F.: Invited review: Bovine neonatal morbidity and mortality—Causes, risk factors, incidences, sequelae and prevention. Reproduction in Domestic Animals, Volume 58: 1st European Symposium on Animal Reproduction, 21st – 23rd September 2023, Nantes, France.
9. Brunauer, M.; Roch, F.-F.;Conrady, B.: Prevalence of Worldwide Neonatal Calf Diarrhoea Caused by Bovine Rotavirus in Combination with Bovine Coronavirus, Escherichia coli K99 and Cryptosporidium spp.: A Meta-Analysis. Animals 2021, 11, 1014.
10. Yong-il Cho, Kyoung-Jin Yoon: An overview of calf diarrhea - infectious etiology, diagnosis, and intervention. J. Vet. Sci. (2014), 15(1), 1-17.
11. Jäger M. et al: Endoparasites in calves of beef cattle herds: Management systems dependent and genetic influences. Veterinary Parasitology Volume 131, Issues 3–4, 10 August 2005, Pages 173-191.
12. O’Donoghue S. et al: A Comprehensive Review: Bovine Respiratory Disease, Current Insights into Epidemiology, Diagnostic Challenges, and Vaccination. Vet. Sci. 2025, 12, 778.